Crafting stories out of thin air.

Η ΛΥΚΑΙΝΑ

Η νύχτα ήταν ξάστερη και δροσερή. Σήκωσε το κεφάλι και οσμίστηκε τον αέρα γύρω της. Ήταν πια κοντά. Τις τελευταίες εβδομάδες είχε ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις της, μετά από μια ακόμα κουραστική γέννα, και ένιωθε ξανά δυνατή και αλαφροπάτητη. Προερχόταν από μία σπουδαία γενιά κυνηγών και απόψε θα το έδειχνε ξανά. Τα κουτάβια της έπρεπε πια να τραφούν με σάρκα. Να δυναμώσουν και να γίνουν άξια μέλη της αγέλης. Χιλιάδες φεγγάρια πριν, οι πατούσες των προγόνων σκαρφάλωσαν για πρώτη φορά το βουνό. Σύντομα ο λύκος διαφέντευε όλη τη γύρω περιοχή. Τα θηράματα ήταν άφθονα και η αγέλη πιο ισχυρή από ποτέ. Ώσπου ήρθε ο Δίποδος.

Ως τότε υπήρχε τάξη. Μια τέλεια Ισορροπία ανάμεσα σε κυνηγούς και θηράματα. Όταν η αγέλη πρωτοαντίκρισε τον Δίποδο, πανηγύρισε για ένα ακόμα εύκολο θήραμα στη λημέρια της: μικροδόντης, μικρονύχης, αργοκίνητος και χωρίς φτερά. Ώσπου να μάθει πως ο Δίποδος ήταν ο χειρότερος από τους κυνηγούς της στεριάς και του αέρα, η αγέλη πλήρωσε βαρύ τίμημα. Πολλοί άξιοι κυνηγοί έγιναν θηράματα και σώπασαν για πάντα.

Κάθε κυνηγός οφείλει να σέβεται την Ισορροπία: να σκοτώνει μόνο όσο χρειάζεται για να χορτάσει την πείνα του αυτός και τα κουτάβια του. Μα όχι ο Δίποδος: σπάνια καταδέχεται να γευτεί τη σάρκα του θηράματος.  Αρκεί να του φέρει θάνατο. Αρκεί να αποδείξει στην αγέλη του πόσο άξιος κυνηγός είναι. Μα, αν είναι τόσο άξιος, γιατί χρειάζεται στο κυνήγι τους προδότες; Μισούσε τους προδότες. Εκατοντάδες γενιές πριν οι προδότες ήταν μέλη της αγέλης. Μα γελάστηκαν από τους Δίποδους, κάνουν τα θελήματά τους και πια ζητιανεύουν από εκείνους τα περισσεύματά τους, τα οποία μάλιστα τρώνε από τα χέρια τους. Πολλοί προδότες μεγάλωσαν τόσο που γίναν σωστά θηρία, αγρίεψαν και είναι ακόμα κυνηγοί. Μα στρέφονται ενάντια στην αγέλη αν καταφέρουν να στριμώξουν κάποιον κυνηγό της.

Η λύκαινα, ωστόσο, δεν είχε χρόνο να βάζει ιστορίες με το μυαλό της. Το αποψινό κυνήγι έπρεπε πάση θυσία να πετύχει. Τα θηράματα ήταν πια λιγοστά στο βουνό. Ήταν εβδομάδες μόνο πριν τη γέννα, όταν οι Δίποδοι ανέβηκαν στο βουνό κατά δεκάδες. Μπροστάρηδες όπως πάντα οι προδότες, ψάχνοντας και γαυγίζοντας για να καλούν τα αφεντικά τους. Η αγέλη, αόρατη μέσα στο δάσος, τους παρακολουθούσε αθόρυβα, έτοιμη  να παλέψει αν χρειαστεί μέχρι τον τελευταίο της κυνηγό. Όμως  οι Δίποδοι δεν ζητούσαν να πολεμήσουν την αγέλη. Όχι αυτή τη φορά. Τους αρκούσε όποιο θήραμα είχε τρυφερό κρέας. Και σκότωναν ξανά και ξανά. Ώσπου, ώρες μετά, κάθε φωνή του δάσους σίγησε. Η Ισορροπία είχε χαθεί.

Η αγέλη, ουρλιάζοντας οργισμένη, ακολούθησε τους Δίποδους από απόσταση και παραμόνευε στην άκρη του δάσους. Με το ξημέρωμα, οι δίποδοι και τα κουτάβια τους συγκεντρώθηκαν γύρω από τα θηράματα. Πολλοί από αυτούς φορούσαν τα δέρματα των νεκρών που κάποτε κυνηγούσαν με την αγέλη, προκαλώντας ακόμα περισσότερη οργή. Άναψαν πελώριες φωτιές μπροστά στις πέτρινες φωλιές τους και έκαψαν όλα τα θηράματα, χωρίς να γευτούν ούτε ένα, μέχρι που απέμειναν μόνο τα κόκκαλα. Όσο κρατούσε η φωτιά, οι Δίποδοι ύψωναν τις ακαταλαβίστικες φωνές τους στον ουρανό και κουνούσαν χωρίς λόγο τα αδέξια πόδια τους. Η αγέλη, αθόρυβα ξανά, υποχώρησε στο βουνό πενθώντας ακόμα για την χαμένη τροφή.

Η λύκαινα, λοιπόν, δεν είχε άλλη επιλογή. Το βουνό είχε αδειάσει και τα μικρά της θα έμεναν νηστικά. Δύο μέρες πριν είχε τολμήσει το ακατόρθωτο: είχε κυνηγήσει ανάμεσα στις φωλιές των Δίποδων. Εκεί, μαζεμένα σε ομάδες, ζούσαν τα τελευταία από τα θηράματα: τα πρόβατα. Άβουλα όντα, προορισμένα για σφαγή. Και άγρυπνοι φρουροί τους οι προδότες. Η λύκαινα πλεύρισε μια ομάδα στην άκρη μιας ξύλινης φωλιάς. Ο προδότης την οσμίστηκε μόνο όταν ήταν πια αργά και τα δόντια της βυθίστηκαν στον μαλακό του λαιμό, κόβοντας το νήμα της ζωής του. Χωρίς να χάσει χρόνο, επιτέθηκε στο πρώτο αρνί που βρέθηκε στο δρόμο της και το άρπαξε, ανάμεσα στα βελάσματα και τον πανικό των υπολοίπων.

Παίρνοντας το δρόμο για το βουνό η μανία του κυνηγιού καταλάγιασε μέσα της. Τα μικρά της θα ζούσαν, τουλάχιστον για  μερικές μέρες ακόμα. Πιο ανέμελη, συνέχισε το δρόμο για τη φωλιά, χωρίς να προσέξει τους δύο μεγαλόσωμους αρσενικούς της αγέλης που πλησίαζαν αθόρυβα. Ο ένας της γρύλισε απειλητικά, τραβώντας την προσοχή της προς τα δεξιά, όσο ο άλλος της άρπαζε το πρόβατο και χανόταν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η λύκαινα έκανε να τον ακολουθήσει μα ήξερε πως, όσο αποφασισμένη κι αν ήταν, δεν μπορούσε να τα βάλει με δυο αρσενικούς. Απογοητευμένη, θυμωμένη και ξέπνοη γύρισε στη φωλιά της καταριώντας τους Δίποδους που ανέτρεψαν την Ισορροπία.

Δεν είχε, λοιπόν, άλλα περιθώρια. Απόψε έπρεπε να γυρίσει με φαγητό στα κουτάβια της. Έψαξε προσεκτικά το κοπάδι με τον πιο μικρόσωμο προδότη. Διάλεξε ένα αρνί που φαινόταν αρκετό για μερικές μέρες και ετοιμάστηκε να χιμήξει. Ξαφνικά, άκουσε πίσω της μακρινά γαυγίσματα,  από την κατεύθυνση της φωλιάς της. Την πλημμύρισε τρόμος και ξεκίνησε να τρέχει. Καθώς ανηφόριζε ένιωθε τα πνευμόνια της να καίνε από την υπερπροσπάθεια, ενώ η γλώσσα της είχε ήδη κρεμάσει από τα στόμα της. Εξαντλημένη, αντίκρυσε το χειρότερό της εφιάλτη. Ο προδότης είχε ανάμεσα στα πόδια του το κουτάβι της, ενώ ο Δίποδος έδινε την εντολή. ‘Σταματήστε! Το παιδί μου!’, ούρλιαξε με όλη της την ένταση και…

Ένα κλάμα. Δυνατό, καθαρό και…ανθρώπινο. Ο Άρθεν άνοιξε απότομα τα μάτια του και ψέλλισε, ακόμα μέσα στον ύπνο του,  ‘Σταματήστε!’. Λαχανιασμένος, με τον ιδρώτα να κυλάει στο πρόσωπο του, κοίταξε έντρομος τα χέρια του για να βεβαιωθεί πως είναι άνθρωπος. Στην άκρη του δωματίου, στην κούνια, ο δέκα μηνών γιος του, πεινασμένος, διεκδικούσε με φωνές το φαγητό του. ‘Μίρα’, φώναξε, ‘έλα να τον ταΐσεις.’ Ξανακάθισε βαρύς στο τραπέζι τρίβοντας τα μάτια του. Η αγωνία της λύκαινας, ο φόβος για το κουτάβι της, όλο του το όνειρο ήταν ακόμα ολοζώντανα μπροστά του. Έστρεψε το βλέμμα προς το τραπέζι, στο οποίο είχε αποκοιμηθεί, όχι για πρώτη φορά. Ακουμπισμένο εκεί ήταν το κυνηγητικό του όπλο, καλογυαλισμένο και έτοιμο για χρήση. Σε λίγες ώρες, με το πρώτο φως της αυγής, θα έβρισκε τους υπόλοιπους άντρες του χωριού. Προχθές, ένας λύκος επιτέθηκε πρώτη φορά σε μαντρί. Κι αν δεν σταματούσε εκεί; Αν την επόμενη φορά άρπαζε ένα από τα παιδιά; Έλεγαν σήμερα να πάνε να τον βρουν. Εξάλλου είχαν μέρες να πάνε για ένα κυνήγι να ξεσκάσουν. Του ήρθε ξανά στο μυαλό το όνειρο. Συλλογισμένος, πήρε το όπλο στα χέρια του και το έβαλε ξανά στο σεντούκι. Ίσως να μην κυνηγούσε για λίγο. Τουλάχιστον μέχρι να έρθει ξανά η Ισορροπία.