Έρχονται εκείνες οι στιγμές στη ζωή που νιώθεις γεμάτος: από εμπειρίες, από εικόνες, από γεύσεις. Είναι όταν οι άνθρωποι και η καθημερινότητα αρχίζουν να ταιριάζουν γύρω σου, σαν να σε ζωγράφισαν στο κέντρο ενός ολοκληρωμένου παζλ. Καθώς βυθίζεσαι, όμως, σε αυτή την άνετη αδράνεια, αρχίζεις να την βλέπεις μπροστά σου… Μια γέφυρα, χτισμένη πάνω σε ένα ποτάμι, τόσο φαρδύ ώστε δεν βλέπεις την άλλη όχθη. Πότε σου φανερώνεται στενή και εύθραυστη. Ένα επικίνδυνο, ξύλινο κρεμαστό γεφυράκι. Πότε μεγαλόπρεπη και στιβαρή. Ένας άνετος και φαρδύς δρόμος. Όπως και αν επιλέξουν τα μάτια σου να τη δουν, σίγουρα καταλαβαίνεις. Πως ήρθε η ώρα να προχωρήσεις. Σε νέα μέρη, νέα όνειρα, νέες κατακτήσεις.
Το πρώτο συναίσθημα είναι ο φόβος. Αυθόρμητος, όμως σίγουρα όχι πρωτόγνωρος. Το καθετί άγνωστο, κάθε φορά είναι τρομακτικό. Και αυτό είναι φυσιολογικό: προέχει η ασφάλεια, η επιβίωση. Προκειμένου όμως να προχωρήσεις, θα πρέπει να θυσιάσεις -για λίγο μόνο- αυτή τη βολική ρουτίνα. Να διασχίσεις τη γέφυρα που στέκεται μπροστά σου. Αρκεί μόνο να το πάρεις απόφαση. Να κάνεις αυτό το πρώτο βήμα. Αυτό που θα ρίξεις το βάρος σου ώστε να δεις αν είναι σταθερό το πέρασμα. Το επόμενο βήμα θα σε φέρει ολόκληρο πάνω της. Και μόλις άφησες πίσω σου τον εαυτό σου. Αυτό που ήσουν έως τώρα. Τώρα πια δεν υπάρχει από κάτω σου γη. Ανάμεσα σε σένα και το ορμητικό νερό, βρίσκεται μόνο αυτή η γέφυρα. Βιάζεσαι λοιπόν να προχωρήσεις. Όμως θέλει προσοχή. Πόσο δύσκολο είναι να παρασυρθείς και να βρεθείς στο κενό; Και η προσοχή θέλει χρόνο. Ο ρυθμός σου τώρα αλλάζει: γίνεται πιο αργός, πιο σταθερός.
Στα μισά του δρόμου κοντοστέκεσαι. Γυρνάς να αντικρίσεις τον παλιό σου εαυτό. Στο μυαλό σου αρχίζουν να κλωθογυρίζουν δεύτερες σκέψεις. ‘Πίσω μου είναι όλα γνώριμα, ασφαλή. Τι με περιμένει στην άλλη πλευρά της γέφυρας;’ Η ζυγαριά του νου αρχίζει τα σκαμπανεβάσματα. Σηκώνεις το πόδι για να κάνεις ένα αδέξιο βήμα: της επιστροφής. Όμως κάτι σε σταματάει. Είναι αυτό που λέμε ένστικτο; Προαίσθημα; Ψυχή; Ποιος ξέρει; Ακούς μια φωνή που αντιστέκεται στο φόβο και ψιθυρίζει ‘Δεν είναι αυτός ο δρόμος σου…’. Και μέσα σου ξέρεις πως στην άλλη πλευρά υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος και δύο ολοκαίνουρια μάτια για να τον εξερευνήσεις. Ρίχνεις μια τελευταία ματιά πίσω σου. Οι νωπές ακόμα αναμνήσεις αφήνουν μία -πρώιμη- νοσταλγία να σε γεμίσει ως πάνω. Και τώρα είσαι έτοιμος. Συνεχίζεις μπροστά. Το βήμα πιο σταθερό, πιο σίγουρο. Ώσπου να αφήσεις πίσω σου το παλιό και να πατήσεις στα αχαρτογράφητα εδάφη του νέου. Και με κόστος βαρύ: άφησες ένα κομμάτι σου να πεθάνει, για να γεννηθείς ξανά. Να ξεκινήσει ο επόμενος κύκλος στην άκρη μιας γέφυρας.
Και εμείς; Ας γίνουμε οι γέφυρες για όσους αποφασίσουν να περάσουν απέναντι. Να διευκολύνουμε τη μετάβαση από το παλιό στο νέο. Να ρίξουμε λίγο φως στα σκοτεινά περάσματα. Και αν καμιά φορά τα ορμητικά νερά των καιρών μας παρασύρουν, ας χτιστούμε από την αρχή: με πιο γερά θεμέλια, με πιο φαρδύ δρόμο. Να διασχίσουμε έτσι και εμείς τις δικές μας γέφυρες.
