Ξεκίνησε σαν ένα υπόκωφο βουητό. Ένα θηρίο που βρυχάται, εγκλωβισμένο στα ριζά του βουνού. Στιγμή με τη στιγμή η βοή πήρε να δυναμώνει, να καλύπτει κάθε ήχο, ώσπου με μια εκκωφαντική έκρηξη ακούστηκε η υπόγεια κραυγή να απελευθερώνεται. Να μετατρέπεται σε έναν κατακλυσμό που μεμιάς πλημμύρισε τη βουνοπλαγιά και άρχισε να καλπάζει ασυγκράτητα προς την κοιλάδα και το χωριό.
Τα σιωπηλά, αμήχανα βλέμματα μετατράπηκαν σε ψίθυρο. Ο ψίθυρος σε φωνές. Οι φωνές σε κραυγές. Πανικός. Κάποιοι λίγοι, ψυχραιμότεροι, αποπειράθηκαν να κατευθύνουν το ανθρώπινο κοπάδι που συγκεντρωμένο όπως ήταν στην πλατεία, άρχισε να τρέχει δεξιά και αριστερά, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο. Ένα χαμίνι συνηθισμένο να λειτουργεί υπό πίεση, από τις τόσες φορές που ξέφευγε να γλυτώσει από τη βέργα του πατέρα του, σκέφτηκε το προφανές. Ανέβηκε σαν αίλουρος στο καμπαναριό και άρχισε ένα ξέφρενο καμπάνισμα σε ένα δαιμονισμένο ρυθμό, τέτοιον που να συνταιριάζει με το ρυθμό της καρδίας του.
‘Στο βουνό χριστιανοί! Στο βουνό! Θα μας καταπιεί το νερό!’ φώναζε ο άρχοντας, μα στο γενικό χαμό καμιά φωνή δεν μπορούσε να ακουστεί. Στον όχλο όμως δεν περνάει ο λόγος, μα το παράδειγμα και όταν κάποιοι άρπαξαν τα παιδιά τους στους ώμους και άρχισαν να τρέχουν προς το βουνό, τότε ακολούθησε σύσσωμο το πλήθος, σαν το σμάρι που ακολουθεί τη βασίλισσα στη νέα της κυψέλη.
Δεμένη ακόμα στο στύλο, η νεαρή γυναίκα έβλεπε τριγύρω της το ξέφρενο πλήθος σε κατάσταση υστερίας και ξέσπασε σε ένα νευρικό, ασυγκράτητο γέλιο. Ό,τι είχε συμφιλιωθεί με την ιδέα πως θα χανόταν σήμερα στην πυρά μα… ήρθαν αλλιώς τα πράγματα.
Μήνες πριν απελπισμένοι χωρικοί ήρθαν στην καλύβα της να την συμβουλευτούν. Τους είπε πως δεν ξέρει τίποτα και να την αφήσουν ήσυχη μα αυτοί την παρακάλεσαν. Της είπαν πως αν δεν έβρισκαν ένα τρόπο να γεμίσουν τα πουγκιά τους ο φεουδάρχης θα έπαιρνε τα παιδιά τους για υπηρέτες ως ότου ξεπληρωθεί το χρέος, δηλαδή για όλη τους τη ζωή. Αυτή μαλάκωσε. Επιφυλακτικά, πήρε τους ρούνους της και τους σκόρπισε στο τραπέζι. Τους είπε πως το βουνό θα τους σώσει, αρκεί να μην του τρυπήσουν την καρδιά. Τους είπε πως για πληρωμή θέλει μόνο να μην μιλήσουν για όσα είδαν σε κανένα.
Οι χωρικοί άκουσαν τη συμβουλή της. Μήπως είχαν και τι άλλο να κάνουν; Άρχισαν να χτενίζουν τη βουνοπλαγιά, πάντα επιφυλακτικοί και απελπισμένοι. Όταν ανακάλυψαν τον πρώτο σβώλο χρυσού η κατήφεια έγινε έκπληξη και η έκπληξη ξέφρενος πανηγυρισμός. Σε λίγες μέρες κατάφεραν να συγκεντρώσουν τόσο χρυσό, ώστε όχι μόνο θα κάλυπταν τις απαιτήσεις του φεουδάρχη μα θα μπορούσαν να ζήσουν στο εξής και μια άνετη ζωή.
Οι άνθρωποι όμως είναι αδύναμοι και μέσα στην αλαζονεία τους δεν κατάφεραν να κρατήσουν κλειστά τα στόματα. Σύντομα όλο το χωριό άρχισε να σκάβει λαίμαργα το βουνό, ψάχνοντας όλο και πιο βαθιά για το πολύτιμο μέταλλο. Όσο για κείνη; Όταν μαθεύτηκε πως με μαγγανείες αποκάλυψε το θησαυρό, η εκκλησία έστειλε αγγελιαφόρο στην Ιερά Εξέταση ώστε να πάρει ορισμό για την τύχη της. Η απάντηση ήταν σύντομη και σαφής: ή εκείνη στην πυρά ή όλο το χωριό αιώνια στην κόλαση.
Το γέλιο της κράτησε μόνο μερικές στιγμές. Γύρω της η πλατεία είχε αδειάσει, ενώ το νερό πλησίαζε γρήγορα. Σκέφτηκε πως τους είχε προειδοποιήσει. Οι ανόητοι έσκαψαν τόσο βαθιά ώστε τα υπόγεια νερά που έκρυβε στα σπλάχνα του το βουνό ξέφυγαν από τη φυλακή τους και στο διάβα τους έφερναν την απόλυτη καταστροφή. Φυσικά, όσοι θα κατάφερναν ίσως να ξεφύγουν θα κατηγορούσαν αυτή. Τη μάγισσα.
Ξαφνικά πίσω της ένιωσε ένα χέρι να αγγίζει το δικό της. ‘Μην ανησυχείς, δεν θα σε πειράξω. Αρκεί και εσύ να μην με κάνεις βάτραχο.’, άκουσε μια -σχεδόν παιδική- φωνή. ‘Μπορεί αυτοί να σε δίκασαν, μα σε ελευθέρωσε το βουνό.’ Το χαμίνι, παράτολμο όπως πάντα, με δυο επιδέξιες κινήσεις έκοψε τα σκοινιά και χωρίς να χάσει χρόνο έτρεξε προς την ασφάλεια.
Έτριψε τα μουδιασμένα της χέρια. Δεν είχε καιρό για χάσιμο. Άρχισε να τρέχει ακολουθώντας το πλήθος που τώρα πια είχε αρχίσει να απομακρύνεται. Το ξανασκέφτηκε. Δεν θα γλύτωνε από το νερό για να πέσει ξανά στη φωτιά. Ανέβηκε σβέλτα στο καμπαναριό, καθώς το νερό έφτανε ήδη στα πρώτα σπίτια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έκλεισε τα μάτια. Ας αποφάσιζε η μοίρα. Το βουνό της έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία: η ζωή της ήταν πια δική του.
