Crafting stories out of thin air.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΠΟΤΕ

Είχε τη φήμη ξακουστού δρομέα. Από τα μικρά του χρόνια κάτι τον προκαλούσε, μια φαγούρα μέσα του, να βάζει το ένα πόδι μπροστά από το άλλο και να τρέχει. Ξεκίνησε με μικρές αποστάσεις. Ξεχυνόταν σαν χείμαρρος, ελεύθερος και ορμητικός, με το βλέμμα κλειδωμένο στον τερματισμό. Καθώς ο αέρας σφύριζε στα αυτιά του, ένιωθε το αδιάκοπο σφυροκόπημα της καρδιάς να του δίνει έναν δαιμονισμένο ρυθμό. Ζωντανός. Ζούσε για τη στιγμή που θα περνούσε τη γραμμή του τερματισμού και θα κατακτούσε ακόμα μία κορυφή. Σύντομα, τα πόδια του έμαθαν στα χιλιόμετρα και ζητούσαν περισσότερα. Μέσα σε λίγα χρόνια ο ημι-μαραθώνιος έγινε μαραθώνιος και έπειτα υπερ-μαραθώνιος. Κάθε που άκουγε για μια νέα διαδρομή, μια νέα εμμονή του κατέκλυζε το είναι. Στον καυτό ήλιο, στο χιόνι, στη βροχή. Σε μεγάλα υψόμετρα, μέσα από κακοτράχαλα μονοπάτια. Απλά έτρεχε.

Έμαθε να προσέχει το σώμα του, όσο και το μυαλό του. Αν ήθελε να τα καταφέρνει ξανά και ξανά, έπρεπε να τρέφεται και να προπονείται σωστά. Να είναι ψυχολογικά προετοιμασμένος για το οτιδήποτε. Να μάθει να μην τα παρατάει. Και δεν τα παράτησε ποτέ. Ώσπου ήρθε εκείνη  η μέρα. Λίγα μόνο χιλιόμετρα πριν τη γραμμή του τερματισμού, ενώ το μεθυστικό συναίσθημα της ολοκλήρωσης άρχισε να τον κατακλύζει, ήρθε ο πόνος. Απροειδοποίητος, οξύς. Του κόπηκε η ανάσα όμως δεν σταμάτησε. Ήταν έμπειρος και ήξερε από προπονητές, βιβλία και άλλους 0δρομείς πως, όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, σταματάς. Άμεσα. Μα δεν του ήταν δυνατό. Η γραμμή του τερματισμού ήταν τόσο κοντά. «Ίσως με μερικές καλές δρασκελιές ο πόνος να υποχωρήσει», σκέφτηκε και άνοιξε το ρυθμό. Λάθος. Ο πόνος δυνάμωσε, κάλυψε τα πάντα. Δεν υπήρχε πια ούτε χώρος, ούτε χρόνος. Μόνο πόνος. Ώσπου ήρθε το κενό.

Όταν άνοιξε τα μάτια του, είδε γύρω του ανήσυχα πρόσωπα να τον ρωτάνε αν είναι καλά και να αισθάνονται ανακούφιση όταν τον βλέπουν να τους χαμογελάει. Δοκίμασε να ανασηκωθεί μα και η παραμικρή πίεση στο δεξί του πόδι, του φέρνει νέα κύματα πόνου. Του ζητάνε να μείνει ακίνητος εώς ότου φτάσει το ασθενοφόρο. Μέσα του ελπίζει να μην είναι κάτι σοβαρό, μα η εμπειρία του δεν του αφήνει σοβαρά περιθώρια αισιοδοξίας.

Ο γιατρός ήταν απόλυτος. Ή, πιο σωστά, και αυτός ο γιατρός ήταν απόλυτος. Είδε γενικούς και ειδικούς γιατρούς, εξειδικευμένους σε παθήσεις όπως αυτή. Ταξίδεψε ακόμα και σε χώρες του εξωτερικού σε αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων αντιμετώπισης. Μάταια. Δεν θα έτρεχε ποτέ ξανά και μετά από κάθε νέα αποτυχημένη προσπάθεια, κάθε νέο πόνο, κάθε δάκρυ απογοήτευσης, η ελπίδα για το θαύμα γινόταν βεβαιότητα για το αντίθετο. Τουλάχιστον μπορούσε να περπατάει. Όχι σε ανταγωνιστικό ρυθμό, μα ικανοποιητικά. Παρατήρησε πως όταν δεν επιχειρούσε να αυξήσει την ταχύτητά του, μπορούσε να περπατάει για ώρα, χωρίς να κουραστεί ιδιαίτερα.

Άρχισε τους μεγάλους περιπάτους. Άρχισε να προσέχει γύρω του κάθε φορά τη διαδρομή. Λεπτομέρειες που ποτέ πριν δεν του τράβηξαν την προσοχή. Ένιωθε τον φρέσκο πρωινό να του γεμίζει τα πνευμόνια. Ένιωθε ξανά ζωντανός. Αναζήτησε νέες διαδρομές. Εμπειρίες που δεν είχε ζήσει προηγουμένως. Σιγά-σιγά τα χιλιόμετρα άρχισαν να αυξάνονται. Άρχισε να βάζει ξανά στόχους με το μυαλό του. Φαίνεται πως πια είχε προσαρμοστεί στη νέα του κατάσταση. Στη νέα του ζωή. Ένα κομμάτι του όμως ένιωθε να έχει χαθεί για πάντα.

Ένα χάραμα αφού είχε αργήσει ξανά να αποκοιμηθεί, νοσταλγώντας παλιές μέρες, τον ξύπνησε ένα χτύπημα στην εξώπορτα. Απορημένος, άνοιξε διστακτικά μόνο για να ανακαλύψει πως στο κατώφλι του δεν υπήρχε κανείς. Χαμηλώνοντας το βλέμμα, πρόσεξε μια επαγγελματική κάρτα στο χαλάκι της εισόδου. Απορημένος έσκυψε να τη μαζέψει. Στη μία της πλευρά, είχε τυπωμένες δύο προτάσεις: «Ο δρόμος που δεν τελειώνει ποτέ. Είσαι έτοιμος για μια νέα πρόκληση;» και λίγο πιο κάτω αντί υπογραφής: «Κάποιοι από αυτούς που ξεκίνησαν να τρέχουν επειδή υπάρχεις εσύ». Στην άλλη είχε κάτι το οποίο φαινόταν ως μέρος μόνο ενός μεγαλύτερου χάρτη. Η αρχή μιας τεράστιας διαδρομής.

Το βλέμμα του φωτίστηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άφησε αργά τον αέρα. Ένιωσε να ξυπνάει μέσα του κάτι ξεχασμένο. Ετοιμάστηκε στα γρήγορα και βγήκε. Η διαδρομή ξεκινούσε από την εξώπορτά του. «Πού να οδηγούσε;» σκέφτηκε, για να απαντήσει στον εαυτό του: «Έχει σημασία;»